Ουταμάρο

Ουταμάρο
(Utamaro, Καουαγκόε, Μουσάσι 1753 – Έντο, σημερινό Τόκιο 1806). Ιάπωνας ζωγράφος και χαράκτης. Όπως ο Μορονόμπου, ο Χοκουζάι και άλλοι, ήταν και εικονογράφος βιβλίων επιστημονικών εκλαϊκευτικών ή ρομαντικής λογοτεχνίας, αλλά κυρίως ερωτικών. Έγινε γνωστός στην ιαπωνική κριτική, εκτός από τις τοπιογραφίες, για τα σχέδια εντόμων του Βιβλίου των εντόμων (1788). Σε αυτό και σε άλλα έργα, όπως στις εικονογραφήσεις του Αργυρού Κόσμου (1790), στον οποίο εξαίρει ζωγραφικά το χιόνι, και στο Βιβλίο των πουλιών (1790) εμπνέεται από τους ζωγράφους της Ακαδημίας Σουνγκ, δηλαδή από την ευαίσθητη και λεπτή κινεζική τέχνη του 12ου-13ου αι. Αλλά αυτό που εκτιμήθηκε και από τους Ευρωπαίους, ήταν η χρωμολιθογραφική τεχνική με την οποία κατασκεύασε τις θαυμάσιες λιθογραφίες του, για τις οποίες θεωρείται, μαζί με τον Κιγιονάγκα, ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της σχολής Ουκίγιο-ε. Αυτός ο μεγάλος ζωγράφος, ο οποίος με το τρίπτυχο των Ψαράδων των Αουάμπι (θαλασσινών κογχυλιών) πραγματοποιεί ένα μεγάλο ποιητικό έργο, είναι ωστόσο ένας αμίμητος ειδικός στις λιθογραφίες που παριστάνουν γυναίκες. Αριστουργήματα του θεωρούνται τα Άνθη κερασιάς και δαμασκηνιάς, οι Αυλικές της Γιοσιβάρα (Τόκιο, συλλογή Τακαμίν) και Γκέισα (Τόκιο, Εθνικό Μουσείο). Ουταμάρο: «Γυναίκα που αλλάζει φόρεμα». Ο Ιάπωνας ζωγράφος και χαράκτης (1753-1806) υπήρξε λεπτός ερμηνευτής του γυναικείου κάλλους.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • γκραβούρα — Είδος έντυπης παράστασης, κυρίως σε χαρτί ή παρόμοιο υλικό. Δημιουργείται με τη βοήθεια ειδικών πλακών, στις οποίες έχει χαραχτεί το σχέδιο που προορίζεται για εκτύπωση. Οι παραστάσεις αυτές έχουν αισθητική αξία και κοσμούν συνήθως σελίδες… …   Dictionary of Greek

  • προσωπογραφία — Ζωγραφική απεικόνιση των σωματικών χαρακτηριστικών ενός προσώπου. Η τέχνη της π. απέκτησε με τον καιρό διάφορες σημασίες και ερμηνείες σε στενή συνάφεια με τον πολιτισμό και τις αισθητικές τάσεις της κάθε εποχής. Στη Μεσοποταμία και στην αρχαία… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Σαρακού — Ιάπωνας ζωγράφος, χαράκτης και ηθοποιός (γύρω στο 1790 μετά το 1825). Έζησε στην περίοδο Έντο, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της σχολής «ουκί γιο ε» και συνδέεται με το όνομα του Ουταμάρο. Ως ζωγράφος πήρε το καλλιτεχνικό… …   Dictionary of Greek

  • Χαρουνόμπου, Σουζούκι — (Τόκιο 1724 – 1770). Ιάπωνας ζωγράφος. Ήταν μαθητής του Σιγκενάγκα και επηρεάστηκε από τα έργα του Σουκενόμπου και του Τοϋνόμπου. Η σημαντικότερη ανανεωτική εργασία του σημειώνεται στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, κατά τη λαμπρότερη περίοδο… …   Dictionary of Greek

  • Χοκουζάΐ, Κατσουσίκα — (Χόντζο, Τόκιο 1760 – Αζακούζα Χόικα1849). Ιάπωνας ζωγράφος και χαράκτης. Εργάστηκε πρώτα ως χαράκτης και έπειτα, σε ηλικία 18 ετών, πήγε στο εργαστήριο του Κατσουκάβα Σούνσο όπου διδάχτηκε τη ζωγραφική. Εκεί πήρε το όνομα Κατσουκάβα Σούνρο ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”